Γράφει ο Άκης Λιάντζουρας
Λίγο πριν τα Χριστούγεννα του ’90, ο κόσμος έκανε πως δεν βλέπει το τέλος μιας εποχής. Ο George H. W. Bush ετοίμαζε έναν πόλεμο που θα άνοιγε έναν καινούργιο κόσμο, ο Saddam Hussein είχε ήδη γίνει ο φόβος που πουλούσαν τα δελτία ειδήσεων, και στην Ελλάδα ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης προσπαθούσε να δέσει με σύρμα μια χώρα που μόλις είχε βγει από το χάος και η Apple κυκλοφόρησε τον πρωτο φτηνό υπολογιστη της Macintosh LC.
Και εγώ;
Κοιμόμουν σε έναν καναπέ.
Σε ένα σπίτι που δεν ήταν δικό μου. Σε μια οικογένεια που με χωρούσε χωρίς να περισσεύει τίποτα. Γιατί δεν είχα να πληρώσω ενοίκιο. Γιατί ήμουν φοιτητής στο Τμήμα Διοίκησης Τουριστικών Επιχειρήσεων, στο ΤΕΙ Ηρακλείου, με όνειρα που δεν είχαν ακόμη καμία αξία στην αγορά και με μια ζωή που είχε ήδη αρχίσει να ξεφεύγει. Δούλευα νύχτα, μπάρμαν, ποτά, καπνοί, φώτα που σε κάνουν να νομίζεις ότι ζεις — μέχρι να έρθει το πρωί και να καταλάβεις ότι δεν μπορείς να σηκωθείς. Δεν μπορούσα να πάω στη σχολή. Δεν μπορούσα να κρατηθώ. Ήμουν ένα βήμα πριν χαθώ, χωρίς καν να το καταλάβω.
Και τότε ήταν εκείνη. Η μικρή αδελφή της μαμάς μου, η θεία μου η Κούλα.
Δεν με φιλοξενούσε απλώς. Με κρατούσε. Με μάζευε. Με έβαζε μέσα σε έναν κόσμο που είχε κανόνες, φαγητό, ρυθμό, μια στοιχειώδη αξιοπρέπεια. Και μέσα σε αυτή την καθημερινότητα, ανάμεσα σε κατσαρόλες και μυρωδιές, σε εκείνες τις μακαρονάδες που τρώγαμε σχεδόν συνωμοτικά, μου έδωσε τη φράση που έμελλε να γίνει η ζωή μου.
Της είπα ότι θέλω να βρω δουλειά. Όχι νύχτα. Κάτι να μπορώ να σταθώ.
Μου είπε: «Πήγαινε στο τοπικό περιοδικό “Ημίχρονο”. Ζητάνε διαφημιστές.» Τότε οι διαφημιστές πήγαιναν πόρτα-πόρτα σε επιχειρήσεις και “πλασάρανε” όπως έλεγαν τότε διαφημίσεις. Δεν είχε έρθει ακόμη η εποχή της γκλαμουριάς και των φώτων στην αγορά, που έφεραν στο επάγγελμα λίγο αργότερα οι μεγαλοδιαφημιστές όπως ο Μάκης Σεριάτος, o Θόδωρος Κωτιώνης και ο Πέτρος Βενέτης.
Της είπα ότι ντρέπομαι.
Ντρέπομαι να χτυπάω πόρτες. Να πουλάω. Να με κοιτάνε.
Και τότε με κοίταξε. Όχι σαν θεία. Σαν άνθρωπος που έχει δει την αλήθεια κατάματα.
Γιατί εκείνη δεν διάλεξε να γίνει πωλήτρια. Αναγκάστηκε. Και για εκείνη, αυτό ήταν ξεπεσμός. Γιατί η οικογένεια του άντρα της ήταν μεγαλοαστική. Δεν έβγαιναν στον δρόμο. Δεν παρακαλούσαν. Δεν πουλούσαν.
Και όμως, εκείνη βγήκε.
Και όχι μόνο βγήκε — έγινε καλή. Έγινε δυνατή. Έγινε αυτό που έπρεπε για να επιβιώσει. Πωλήτρια στην Express Service. Μετά ασφαλίστρια. Από εκείνους τους ανθρώπους που δεν τους μαθαίνουν τη δουλειά — τη μαθαίνουν μόνοι τους γιατί αλλιώς δεν υπάρχει αύριο. Έμπαινε σε γραφεία, σε επιχειρήσεις, σε κόσμους που δεν την περίμεναν, και τους μιλούσε σαν να της ανήκαν. Όχι γιατί της ανήκαν. Αλλά γιατί έπρεπε να ανήκουν.
Και τότε μου είπε:
«Παιδί μου, πρέπει απλά να δείχνεις ότι είσαι κάποιος σπουδαίος. Όλα τα άλλα είναι εύκολα.»
Δεν ήταν συμβουλή. Ήταν εξομολόγηση.
Την επόμενη μέρα πήγα και αγόρασα ένα κοστούμι με δόσεις. Ένα. Το ίδιο κάθε μέρα. Έφτιαξα ένα πρόσωπο που δεν ήμουν, ένα βλέμμα που δεν είχα, ένα βάρος που δεν μου ανήκε. Και βγήκα. Και δούλεψα. Και έγινα διαφημιστής. Και δεν δούλεψα ποτέ σε ξενοδοχείο. Όχι γιατί ήμουν έτοιμος. Αλλά γιατί κάποιος με έμαθε να φέρομαι σαν να είμαι.
Αυτό ήταν το θαύμα της.
Η Κούλα δεν ήταν εύκολη ιστορία. Δεν ήταν καθαρή. Δεν ήταν «σωστή» με τον τρόπο που γράφονται οι ωραίες ζωές. Ήταν ερωτευμένη με έναν άνθρωπο που την διέλυσε. Τον θείο Γιάννη, τον Τουμπογιάννη. Έναν άνθρωπο που δεν ήταν κακός — ήταν χαοτικός. Τρελός. Ανεξέλεγκτος. Και εκείνη τον αγάπησε μέχρι τέλους. Ακόμη και όταν χωρίσανε, του πήγαινε φαγητό. Του πήγαινε ουίσκι. Του πήγαινε κομμάτια από τον εαυτό της που δεν της περίσσευαν.
Και μέσα σε όλο αυτό, μεγάλωσε τρία παιδιά.
Με χρέη. Με φωνές. Με φόβο. Με αντοχή.
Έτρωγε αυτή τις σφαίρες για να μην τις φάνε εκείνα. Έβαζε τον εαυτό της τελευταίο, κάθε φορά. Έτρωγε μακαρονάδες μαζί μου, σχεδόν στα κρυφά, και στα παιδιά της έβαζε φιλέτα. Γιατί εκείνα έπρεπε να μεγαλώσουν σωστά. Να γίνουν κάτι καλύτερο από αυτό που τους δόθηκε.
Και έγιναν.
Όχι αλώβητα. Δεν βγαίνεις αλώβητος από τετοιες καταστάσεις.
Αλλά αστέρια!
Γιατί εκείνη ήταν σπουδαία.
Όχι με τη μικρή, φθηνή έννοια. Αλλά με τη βαριά, εκείνη που κουβαλάει πόνο, ιδρώτα, θυσία, πείσμα. Εκείνη που δεν χειροκροτείται. Εκείνη που δεν γράφεται πουθενά. Εκείνη που μόνο όσοι την έζησαν μπορούν να την αναγνωρίσουν.
Σήμερα το πρωί πέθανε.
Και δεν ξέρω πώς να το πω χωρίς να σπάσει κάτι μέσα μου. Γιατί κάποιοι άνθρωποι δεν πρέπει να τελειώνουν έτσι, με μια ημερομηνία και μια ανακοίνωση. Πρέπει να μένουν. Να υπάρχουν. Να συνεχίζουν να μαγειρεύουν, να φωνάζουν, να δίνουν συμβουλές που μοιάζουν απλές και τελικά σου καθορίζουν τη ζωή.
Μένει όμως κάτι.
Μένει εκείνη η φράση.
Σαν καρφί στο κεφάλι. Σαν οδηγία. Σαν ευθύνη.
Να δείχνεις ότι είσαι σπουδαίος.
Και αν το αντέξεις, αν το παίξεις μέχρι τέλους, αν δεν λυγίσεις, ίσως κάποια στιγμή να μην είναι πια προσποίηση. Ίσως να γίνει αλήθεια.
Όπως έγινε με εκείνη.
Την Κούλα.
Την κόρη του Φανουροβαγγέλη, του βοσκού.
Από τις Μάκρες Ηρακλείου Κρήτης.
Τη σπουδαία Κούλα.
Και σήμερα, για πρώτη φορά,
ο κόσμος είναι λίγο πιο φτωχός χωρίς αυτήν.
