Στην εκπομπή «Στο Δια Ταύτα» του ERTnews, με παρουσιαστή τον Γιώργο Σιαδήμα, το τηλεοπτικό τραπέζι είχε από όλα: ακρίβεια, αντιπολίτευση, Τσίπρα, ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ, και μια μακαρονάδα που τελικά έγινε πολιτικό σύμβολο. Η εκπομπή παρουσιάζεται από την ΕΡΤ ως χώρος για «αληθινές ερωτήσεις και δύσκολες απαντήσεις», με καλεσμένους τον Βασίλη Σπανάκη, υφυπουργό Εσωτερικών, τον Νίκο Φαραντούρη, στέλεχος του ΠΑΣΟΚ, και τον Χρήστο Γιαννούλη, βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ – ΠΣ.
Αλλά το βράδυ δεν το πήρε η τυπική πολιτική αντιπαράθεση. Το πήρε η εικόνα. Η εικόνα μιας κατσαρόλας. Μιας μακαρονάδας. Και μιας αντιπολίτευσης που, στην προσπάθειά της να περιγράψει την ακρίβεια, κινδύνευσε να βγει εκτός πραγματικής κουζίνας.
Ο Νίκος Φαραντούρης είχε προηγουμένως χρησιμοποιήσει το παράδειγμα ότι μια μακαρονάδα για τετραμελή οικογένεια μπορεί να φτάνει τα 40 με 50 ευρώ, αναφερόμενος σε κιμά, μακαρόνια και κόστος ζωής. Η δήλωση αυτή έχει καταγραφεί σε δημόσιες αναφορές του, όπου μίλησε για μοσχάρι στα 19 και 20 ευρώ το κιλό και για οικογένειες που δυσκολεύονται να αγοράσουν κρέας.
Και εκεί ο Σπανάκης έκανε αυτό που στην πολιτική επικοινωνία μετράει περισσότερο από δέκα σελίδες non paper: πήρε μια υπερβολή, την έβαλε στο τραπέζι, την έκανε εικόνα και την επέστρεψε στον αντίπαλο σαν καθρέφτη.
Ουσιαστικά είπε στον Φαραντούρη: ελάτε να τη μαγειρέψουμε on camera. Να δούμε αν η μακαρονάδα κάνει 40 ευρώ ή 20. Να δούμε αν μιλάμε για την αγορά ή για τηλεοπτική υπερβολή. Να δούμε αν η πολιτική αντιπαράθεση γίνεται με τιμές ραφιού ή με τιμές εντυπώσεων.
Και αυτή ήταν η στιγμή που το debate άλλαξε θερμοκρασία.
Γιατί άλλο πράγμα είναι να μιλάς για την ακρίβεια — πραγματικό, βαρύ, καθημερινό πρόβλημα για την ελληνική οικογένεια. Και άλλο πράγμα είναι να πετάς ένα νούμερο τόσο διογκωμένο, τόσο θεατρικό, τόσο αποκομμένο από το καλάθι του σούπερ μάρκετ, ώστε στο τέλος να μη βοηθάς τον πολίτη. Να βοηθάς την υπερβολή.
Και, όπως σωστά υπαινίχθηκε η κυβερνητική πλευρά, τέτοιες δηλώσεις δεν είναι απλώς άστοχες. Είναι επικίνδυνες πολιτικά. Διότι όταν ένας δημόσιος παράγοντας λέει ότι μια απλή οικογενειακή μακαρονάδα κοστίζει 40 ή 50 ευρώ, δεν περιγράφει μόνο την ακρίβεια. Τροφοδοτεί και ένα κλίμα αποδοχής της ακρίβειας. Δίνει άλλοθι στην υπερτιμολόγηση. Δίνει ιδέες στους κερδοσκόπους. Κανονικοποιεί το παράλογο.
Με απλά λόγια: όταν η πολιτική υπερβάλλει, η αγορά ακούει.
Ο Φαραντούρης εμφανίστηκε σαν άνθρωπος που μιλάει για την κοινωνία από απόσταση ασφαλείας. Όχι απαραίτητα επειδή δεν τον νοιάζει. Αλλά επειδή η φράση του είχε αυτό το άρωμα του πολιτικού σαλονιού που προσπαθεί να μιμηθεί την αγωνία της λαϊκής κουζίνας και τελικά την κάνει καρικατούρα. Η μακαρονάδα των 40 ευρώ δεν ακούστηκε σαν κραυγή κοινωνικής ευαισθησίας. Ακούστηκε σαν αριθμητική αποξένωση.
Σαν να κοιτάς τον κόσμο από το παράθυρο ενός γραφείου στις Βρυξέλλες και να προσπαθείς να θυμηθείς πόσο κάνει το πακέτο τα μακαρόνια.
Εκεί ο Σπανάκης βρήκε πολιτικό χώρο. Και τον κατέλαβε.
Όχι με ξύλινη γλώσσα. Όχι με αυτό το στεγνό, υπουργικό ιδίωμα των «παρεμβάσεων», των «δομών», των «εργαλείων», των «στοχευμένων πολιτικών». Αλλά με κάτι πιο άμεσο: με μια εικόνα που την καταλαβαίνει ο τηλεθεατής πριν προλάβει να τη μεταφράσει. Με μια πρόκληση που λειτουργεί σχεδόν λαϊκά: πάμε να το φτιάξουμε τώρα, μπροστά στις κάμερες.
Αυτό είναι το επικοινωνιακό του προσόν. Ο Σπανάκης δεν αρκείται να απαντά. Στήνει σκηνή. Και στην τηλεόραση, όποιος στήνει σκηνή, κερδίζει το μυαλό πριν κερδίσει το επιχείρημα.
Η δεύτερη μεγάλη στιγμή ήρθε με το ζήτημα του υποτιθέμενου νέου πολιτικού εγχειρήματος Τσίπρα. Εκεί ο Σπανάκης δεν πήγε σε ανάλυση δεκαπέντε σημείων. Δεν χρειάστηκε. Πήγε στην ατάκα. Και η ατάκα, όταν είναι σωστά χτυπημένη, δουλεύει σαν σφυρί.
«Ο Τσίπρας δεν φτιάχνει νέο κόμμα. Κάνει ανακαίνιση στο παλιό άλλοθι.»
Αυτή η φράση έχει πολιτική οικονομία. Είναι σύντομη, εύληπτη, τηλεοπτική και δηλητηριώδης. Δεν επιτίθεται απλώς στο ενδεχόμενο νέου κόμματος. Επιτίθεται στο ηθικό του υπόβαθρο. Λέει ότι δεν έχουμε μπροστά μας ανανέωση. Έχουμε αναπαλαίωση. Όχι νέα αρχή. Νέα συσκευασία. Όχι πολιτική πρόταση. Πολιτικό πλυντήριο μνήμης.
Και η δεύτερη φράση ήταν ακόμα πιο καθαρή:
«Δεν ζητά δεύτερη ευκαιρία. Ζητά να ξεχάσουμε την πρώτη.»
Αυτό είναι απόσταγμα πολιτικής αποδόμησης. Δεν χρειάζεται να αναλύσει κανείς όλη την περίοδο 2015–2019. Δεν χρειάζεται να ανοίξει φακέλους, μνημόνια, δημοψηφίσματα, αυταπάτες, συγκρούσεις, κωλοτούμπες. Όλα χωρούν σε μία πρόταση. Και αυτή είναι η δύναμή της.
Ο Σπανάκης, σε αυτή τη γραμμή, δεν αντιμετώπισε τον Τσίπρα ως απειλή. Τον αντιμετώπισε ως επανάληψη. Και στην πολιτική, η επανάληψη χωρίς εξιλέωση είναι αδυναμία. Είναι παλιό έργο σε νέα αφίσα.
Το ενδιαφέρον είναι ότι ο υφυπουργός δεν έπαιξε άμυνα. Δεν είπε απλώς «η κυβέρνηση έχει κάνει αυτά». Δεν περιορίστηκε στο να εξηγήσει, να δικαιολογήσει, να συγκρίνει δείκτες. Πέρασε στην επίθεση με τρόπο απλό, σχεδόν καθημερινό. Και αυτό είναι που τον κάνει επικοινωνιακά επικίνδυνο για τους αντιπάλους του.
Διότι υπάρχουν πολιτικοί που μιλούν για να ακουστούν στα κομματικά ακροατήρια. Και υπάρχουν πολιτικοί που μιλούν για να τους καταλάβει ο άνθρωπος που έχει αφήσει την τηλεόραση ανοιχτή ενώ τρώει βραδινό. Ο Σπανάκης ανήκει, όλο και περισσότερο, στη δεύτερη κατηγορία.
Δεν είναι απλώς ότι έχει γρήγορο πνεύμα. Είναι ότι έχει τηλεοπτικό ένστικτο. Ξέρει πότε μια συζήτηση χρειάζεται αριθμό, πότε χρειάζεται εικόνα και πότε χρειάζεται μαχαίρι. Και στο συγκεκριμένο debate χρησιμοποίησε και τα τρία.
Απέναντί του, ο Φαραντούρης έμοιαζε εγκλωβισμένος σε μια αντιπολιτευτική υπερβολή που, αντί να χτυπήσει την κυβέρνηση, γύρισε πάνω του. Η ακρίβεια είναι ένα από τα πιο ισχυρά θέματα της αντιπολίτευσης. Αλλά όταν την περιγράφεις με υπερβολές που ο πολίτης μπορεί να ελέγξει με μια απόδειξη σούπερ μάρκετ, τότε χάνεις το πλεονέκτημα. Γιατί ο πολίτης μπορεί να είναι θυμωμένος, αλλά δεν είναι ανόητος.
Ξέρει ότι όλα έχουν ακριβύνει. Ξέρει ότι ο κιμάς πονάει. Ξέρει ότι το σούπερ μάρκετ έχει γίνει μικρός μηνιαίος εφιάλτης. Αλλά ξέρει επίσης ότι η πολιτική υπερβολή μυρίζει. Και όταν μυρίζει, δεν μυρίζει σαν μακαρονάδα. Μυρίζει σαν προπαγάνδα.
Αυτό ακριβώς εκμεταλλεύτηκε ο Σπανάκης. Όχι για να πει ότι δεν υπάρχει ακρίβεια. Αυτό θα ήταν πολιτική αυτοκτονία. Αλλά για να πει ότι υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην κοινωνική αγωνία και την αντιπολιτευτική φαντασία. Ανάμεσα στο πρόβλημα και στη θεατρική του παραμόρφωση.
Και εκεί βρίσκεται το βαθύτερο πολιτικό μήνυμα της βραδιάς.
Η κυβέρνηση έχει ανάγκη από πρόσωπα που μπορούν να βγουν σε δύσκολα τηλεοπτικά πεδία και να μη μοιάζουν σαν να διαβάζουν εγκύκλιο. Πρόσωπα που μπορούν να απαντήσουν, να χτυπήσουν, να χαμογελάσουν, να κοντράρουν, να συμπυκνώσουν. Πρόσωπα που δεν φοβούνται το debate, αλλά το χρησιμοποιούν.
Ο Βασίλης Σπανάκης, για ακόμη μία φορά, έδειξε ότι είναι ίσως ένα από τα πιο δυνατά χαρτιά της κυβέρνησης σε αυτό ακριβώς το είδος πολιτικής μάχης: τη μάχη του ζωντανού λόγου. Εκεί όπου δεν αρκεί να έχεις δίκιο. Πρέπει να μπορείς και να το κάνεις να ακουστεί.
Και στο «Στο Δια Ταύτα», το έκανε να ακουστεί.
Με μια μακαρονάδα.
Με δύο ατάκες.
Και με την ψυχραιμία ανθρώπου που ξέρει ότι στην τηλεόραση, όπως και στην πολιτική, δεν κερδίζει πάντα αυτός που φωνάζει περισσότερο. Κερδίζει εκείνος που αφήνει την πιο καθαρή εικόνα στο μυαλό του κοινού.
Η εικόνα αυτής της βραδιάς ήταν απλή: από τη μία, μια αντιπολίτευση που μέτρησε τη μακαρονάδα σαν να ψωνίζει από χρυσό ράφι. Από την άλλη, ένας Σπανάκης που είπε: φέρτε την κατσαρόλα. Να δούμε την αλήθεια μπροστά στην κάμερα.
Και κάπως έτσι, η πολιτική κουζίνα της βραδιάς έβγαλε συμπέρασμα.
Όταν η αντιπολίτευση φουσκώνει το κόστος, ο Σπανάκης χαμηλώνει τη φωτιά, ανοίγει το καπάκι και δείχνει τι πραγματικά βράζει από κάτω.
