Γράφει ο Άκης Λιάντζουρας της AWGMeta
Η ΝΔ δεν χρειάζεται άλλον Τσίπρα. Χρειάζεται τον δικό της «Σόρος»
Κάπου σε ένα κομματικό γραφείο πρέπει να υπάρχει ακόμη ένα παλιό ντοσιέ με τη λέξη «Τσίπρας» γραμμένη απέξω με κόκκινο μαρκαδόρο. Το ανοίγουν όταν δυσκολεύουν τα πράγματα, φυσάνε τη σκόνη, βγάζουν από μέσα 2015, Βαρουφάκη, κλειστές τράπεζες, δημοψήφισμα, αυταπάτες, τα ακουμπάνε στο τραπέζι και περιμένουν να ξαναδουλέψει το μηχάνημα. Μόνο που το μηχάνημα κάνει πλέον εκείνον τον θόρυβο που κάνει το παλιό ψυγείο λίγο πριν τα φτύσει. Ο Αλέξης Τσίπρας είναι σήμερα δεύτερος, ναι, αλλά η τελευταία Interview τον κατέγραψε στο 14,5%, απέναντι σε μια ΝΔ στο 26,5%, ενώ τον Ιούνιο η εκτίμηση της ίδιας εταιρείας τον είχε στο 16% και τη ΝΔ στο 31,2%. Πίσω του ΠΑΣΟΚ, Ελληνική Λύση και ένα ολόκληρο σπασμένο μωσαϊκό κομμάτων, αρχηγών, θυμού και πολιτικής μοναξιάς. Και κάπου εδώ βρίσκεται το πρόβλημα που δεν λύνεται με άλλη μία φωτογραφία του 2015: για να φοβηθείς πραγματικά τον δεύτερο, πρέπει πρώτα να πιστεύεις ότι μπορεί να γίνει πρώτος.
Η ΝΔ σήμερα δεν έχει απέναντί της έναν στρατό. Έχει μικρά αποσπάσματα που πυροβολούν σε διαφορετικές κατευθύνσεις. Ο Τσίπρας τραβά ένα κομμάτι της παλιάς Κεντροαριστεράς, το ΠΑΣΟΚ ψάχνει ακόμη πού τελειώνει η σοβαρότητα και πού αρχίζει η βαρεμάρα, ο Βελόπουλος δουλεύει το θυμικό δεξιότερα, το ΚΚΕ κάνει αυτό που έκανε πάντα και γύρω τους πλέουν μικρότερα κόμματα σαν βαρκάκια μετά το ναυάγιο. Το εντυπωσιακότερο ίσως στοιχείο της μέτρησης του Αυγούστου δεν είναι καν ο δεύτερος. Είναι ότι αναποφάσιστοι και «άλλο κόμμα» φτάνουν μαζί το 16,6%. Υπάρχει δηλαδή μια ολόκληρη πολιτική συνοικία χωρίς διεύθυνση. Η ΝΔ εξακολουθεί να είναι η μεγαλύτερη πολυκατοικία, αλλά τα διαμερίσματα αδειάζουν και η αυτοδυναμία δεν κερδίζεται επειδή ο απέναντι διαχειριστής έχει λιγότερους ενοίκους. Θέλει λόγο να κατέβει ο δικός σου άνθρωπος από τον καναπέ. Θέλει ένταση. Θέλει διακύβευμα. Και, ναι, η πολιτική ιστορία λέει κάτι άβολο που οι καθωσπρέπει επικοινωνιολόγοι προτιμούν να λένε χαμηλόφωνα στα λόμπι των ξενοδοχείων: οι μεγάλες συσπειρώσεις δεν χτίζονται μόνο γύρω από αυτό που αγαπάς. Χτίζονται και απέναντι σε αυτό που φοβάσαι.
Ο Viktor Orbán το έμαθε καλύτερα από όλους. Μετά τη σαρωτική νίκη του 2010, το πρόβλημά του ήταν σχεδόν διεστραμμένο στην απλότητά του: είχε τσακίσει τόσο πολύ την πολιτική αντιπολίτευση ώστε αυτή δεν ήταν πλέον αρκετά τρομακτική. Και τότε οι πολιτικοί του σύμβουλοι Arthur Finkelstein και George Birnbaum, σύμφωνα με την περιγραφή που έδωσε αργότερα ο Birnbaum, αναζήτησαν έναν αντίπαλο έξω από τη συνηθισμένη κομματική αρένα. Η λογική τους ήταν κυνική σαν βρεγμένο πεζοδρόμιο στις τέσσερις το πρωί: όταν ο πραγματικός αντίπαλος δεν φτάνει για να κρατήσει τον κόσμο συσπειρωμένο, χρειάζεσαι έναν εχθρό μεγαλύτερο από αυτόν. Και κατέληξαν στον George Soros —γνωστό, πλούσιο, διεθνή, ιδεολογικά απέναντι στον Orbán και, κυρίως, χωρίς δικό του ψηφοδέλτιο με το οποίο θα μπορούσε να εμφανιστεί την Κυριακή και να τελειώσει η κουβέντα. Στην αφήγηση του Birnbaum, ο Soros έγινε ο «τέλειος εχθρός».
Και μετά έγινε κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον από μια αρνητική διαφήμιση. Ο Soros έπαψε να είναι Soros. Έγινε δοχείο. Μέσα μπήκαν οι Βρυξέλλες, η μετανάστευση, οι ΜΚΟ, οι φιλελεύθεροι, η παγκοσμιοποίηση, οι ελίτ, η αίσθηση ότι «κάποιοι αποφασίζουν για εμάς χωρίς εμάς». Ένα πρόσωπο, εκατό φόβοι. Δεν χρειαζόταν κάθε πρωί ο Orbán να εξηγεί δεκαεπτά διαφορετικές συγκρούσεις. Είχε βρει το πρόσωπο πάνω στο οποίο μπορούσε να προβάλει ολόκληρο τον τοίχο. Το 2018 το Fidesz πήρε 49,27% στη λίστα και 133 από τις 199 έδρες. Προφανώς δεν το έκανε μόνο ο Soros: υπήρχε οικονομία, εκλογικό σύστημα, μιντιακή ισχύς, μετανάστευση, κρατικός μηχανισμός. Αλλά η επικοινωνιακή αρχιτεκτονική ήταν πια καθαρή. Η Ουγγαρία δεν ψήφιζε απλώς Orbán. Ψήφιζε το τείχος απέναντι σε κάτι.
Και εδώ η ΝΔ πρέπει να κοιταχτεί στον καθρέφτη χωρίς πούδρα. Ο Τσίπρας δεν μπορεί εύκολα να παίξει αυτόν τον ρόλο. Είναι γνωστός, είναι πολωτικός, κουβαλά βαριά πολιτική μνήμη, αλλά είναι εντός του συστήματος. Τον ξέρουμε. Τον είδαμε πρωθυπουργό. Τον είδαμε να χάνει. Τον είδαμε να φεύγει και να επιστρέφει. Δεν είναι ο αόρατος κίνδυνος έξω από τα τείχη· είναι ο παλιός γείτονας που άλλαξε κουδούνι. Μπορείς να τον αντιπαθήσεις. Μπορεί να μη θέλεις να τον ξαναδείς στο Μαξίμου. Αλλά με 14%-16% είναι δύσκολο να τον πουλήσεις σαν πολιτικό Godzilla που έρχεται να πατήσει την Αθήνα. Ο κόσμος έχει μάτια. Και κάποια στιγμή ακόμη και ο φόβος θέλει αξιοπιστία.
Άρα, αν διαβάζαμε το πρόβλημα ψυχρά μέσα σε ένα strategy room της AWGMeta, το ερώτημα δεν θα ήταν «πώς ξαναζεσταίνουμε τον αντιΣΥΡΙΖΑ». Αυτό το φαγητό έχει μπει τρεις φορές στον φούρνο μικροκυμάτων. Το ερώτημα θα ήταν: ποια μεγάλη σύγκρουση μπορεί να οργανώσει ξανά το κυβερνητικό στρατόπεδο σε “εμείς και αυτοί”; Όχι ποιον άνθρωπο θα κρεμάσεις σε μια αφίσα — εκεί αρχίζει η χοντροκοπιά και τελειώνει η στρατηγική. Αλλά ποιο πολιτικό ρήγμα είναι αρκετά αληθινό, αρκετά μεγάλο και αρκετά κοντά στην καθημερινότητα ώστε να χωρά μέσα του ασφάλεια, οικονομία, γεωπολιτική, θεσμούς, ταυτότητα και το ερώτημα «ποιος κυβερνά αύριο το πρωί». Αυτή είναι η διαφορά του στρατηγικού συμβούλου από τον κατασκευαστή σλόγκαν. Ο δεύτερος ψάχνει μια κακιά φωτογραφία. Ο πρώτος ψάχνει τη σύγκρουση που ήδη βράζει κάτω από την άσφαλτο.
Γιατί αυτό που λείπει σήμερα από τη ΝΔ δεν είναι αντίπαλος. Αντίπαλοι υπάρχουν με το κιλό. Αυτό που λείπει είναι ο Αντίπαλος με κεφαλαίο Α: το πολιτικό σύμβολο που κάνει δέκα διαφορετικούς φόβους να μοιάζουν με μία μάχη και δίνει στον ψηφοφόρο την αίσθηση ότι η κάλπη δεν είναι λογιστική πράξη αλλά σταυροδρόμι.
Ο Orbán βρήκε τον Soros.
Η ΝΔ ακόμη δείχνει μια παλιά φωτογραφία του Τσίπρα.
Και η αυτοδυναμία, όσο κι αν την κοιτάς με δημοσκοπικό μεγεθυντικό φακό, δεν τρομάζει από παλιές φωτογραφίες.
